Το χωριό
Αρχική Σελίδα
Ιστορικά-Λαογραφικά
Πώς θα φτάσετε

Ο Σύλλογος
Σκοπός & Πρόσωπα
Δραστηριότητες
Εφημερίδα
Δωρητές
Επικοινωνία


Φωτογραφίες και βίντεο χωριού
Φωτογραφίες χωριού
Βίντεο χωριού

Εκδηλώσεις στην Αθήνα (φωτογραφίες, βίντεο)
Κοπή πίτας 2013
Συναυλία 2012
Κοπή πίτας 2012
Κοπή πίτας 2011
Κοπή πίτας 2010
Κοπή πίτας 2009
Κοπή πίτας 2008
Κοπή πίτας 2007
Χορός 2006

Εκδηλώσεις στο Παπαρούσι (φωτογραφίες, βίντεο)
Εκδήλωση 2012
Εκδήλωση 2011
Εκδήλωση 2010
Εκδήλωση 2009
Εκδήλωση 2008
Εκδήλωση 2007
Εκδήλωση 2006

Πανηγύρια (φωτογραφίες)
Πανηγύρια 2012
Πανηγύρια 2010
Πανηγύρια 2009
Πανηγύρια 2008

Φωτογραφίες οικογενειών
Διάφοροι χωριανοί
Οικογ. Αναστάση
Οικογ. Βλάχου
Οικογ. Γιαννόπουλου
Οικογ. Γούλα
Οικογ. Γρατσιούνη
Οικογ. Δημοπούλου
Οικογ. Ζιάκα (Zakos)
Οικογ. Καλύβα
Οικογ. Γ.Κατεργάρη
Οικογ. Κοτρώτσου
Οικογ. Κουφαλιώτη
Οικογ. Λιγδή
Οικογ. Μανδραγώνη
Οικογ. Μπαλατσιά
Οικογ. Ντανά
Οικογ. Παπαδοπούλου
Βούλας Σβαδαγγάλου
Οικογ. Φούσια
Οικογ. Χαραλαμπή


 

Ιστορικά/Λαογραφικά Στοιχεία

1. Παπαρουσιώτες αγωνιστές του 1821
2. Κάτοικοι Παπαρουσίου το 1865
3. Πρόσληψη αγροφύλακα στο Παπαρούσι το 1907
4. Πρωτοπόροι Παπαρουσιώτες στην Αμερική
5. Στα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου
6. Υδρόμυλοι
7. Γάστρα
8. Αναμνήσεις παιδικής παιδεμένης ζωής (ποίημα)

1. Παπαρουσιώτες αγωνιστές του 1821

Αναγνωστόπουλος ή Ματραγκώνης Αθανάσιος
Γεννήθηκε στο Παπαρούσι Ευρυτανίας. Η οικογένειά του, με το όνομα Ματραγκώνη, ήρθε από την Κωνσταντινούπολη μάλλον το 1786. Το επώνυμο Αναγνωστόπουλος ήταν ψευδώνυμο. Το υιοθέτησαν γιατί υπήρχαν πολλοί με το όνομα αυτό την εποχή εκείνη και έτσι μπορούσαν να ξεφεύγουν από τους Τούρκους. Ο Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος ή Ματραγκώνης πήρε μέρος στην Επανάσταση από την αρχή μέχρι το 1828, έχοντας μαζί του έξι και περισσότερους στρατιώτες. Πολέμησε στην πολιορκία του Καρπενησίου, στον ΄Αγιο Βλάσση, στις μάχες του 1822, στο Κεφαλόβρυσο, την Ανανιάδα, την Καλιακούδα, το Μεγάλο (Τρανό) Χωριό, τα Καγγέλια Καρπενησίου, έξω από το Μεσολόγγι και την Τατάρνα με αρχηγούς τον Γιολδάση και τον Καραϊσκάκη. Αυτά αναφέρονται στο πιστοποιητικό που του έδωσαν, στις 10/5/1865, οι οπλαρχηγοί Γ.Ι.Γιολδάσης και Κώστας Γαλής. Η Επιτροπή τον κατάταξε στη Γ΄Τάξη των Στρατιωτών με Α.π.Μ. 5708. Τιμήθηκε από τη Βασίλισσα Όλγα για την προσφορά του στον Αγώνα το 1877. Απόγονός του στο χωριό είναι ο Γεώργιος Μανδραγώνης.

Σκόνδρας Κωνσταντίνος
Πολέμησε στην Επανάσταση του 1821 υπό τον οπλαρχηγό Γ. Καραϊσκάκη καταρχήν στις μάχες: στο Στούγκο, το Σοβολάκο και το Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου. Πολέμησε επίσης υπό τους οπλαρχηγούς: Λογοθέτη Ζώτο στην Αγ. Τριάδα, υπό τον Ι. Φραγκίστα στην Ποταμούλα του Ζυγού και κατόπιν πάλι υπό τον Καραϊσκάκη στο Νεόκαστρο και στην Αράχωβα. Αυτά αναφέρονται στο πιστοποιητικό που του έδωσαν ο Γιαν. Γιολδάσης και Κων. Γιολδάσης την 15/6/1841.

Παπαδημητρίου ή Τριαντάφυλλος Νικόλαος
Υπηρέτησε την πατρίδα στρατιωτικά και πολιτικά από την αρχή μέχρι το τέλος του Αγώνα, επικεφαλής 15-20 στρατιωτών, στις οδηγίες των Μακρή (Ζυγιώτη), Κ. Γιολδάση ή Σερέτη και άλλων καπεταναίων. Πολέμησε στο Μεσολόγγι. Πιστοποιητικό του χορήγησαν οι Ν.Κοντογιάννης και Γ.Κ.Βελής την 22/5/1865. Αίτηση υπέβαλε ο γιος του Γεώργιος και κατατάχθηκε στους Στρατιώτες με Α.π.Μ 6488.

Τριαντάφυλλος Αναγνώστης Νικολάου
Γεννήθηκε το έτος 1805. Πήρε μέρος στην Επανάσταση του Έθνους και πολέμησε υπό τον οπλαρχηγό Ι.Γιολδάση στις μάχες: στο Καρπενήσι στο Μεγάλο Χωριό, το Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου και Αιτωλικού, την Καλιακούδα. Υπό τον Κ. Γιολδάση πολέμησε έξω από το Μεσολόγγι, στο Νεόκαστρο, την Αράχωβα και σ' άλλα μέρη. Πιστοποιητικό του χορήγησαν ο Νικ. και Ζαχ. Γιολδάσης την 2/12/1841.

2. Κάτοικοι Παπαρουσίου το 1865

Αλεξόπουλος Γεώργιος, Ιωάννης (γεωργός)
Αναγνωστόπουλος Αθανάσιος, Αναγνώστης (κτηματίας)
Αναστασίου Αθανάσιος, Αναστάσιος (γεωργός)
Αναστασίου Γεώργιος, Αναστάσιος (γεωργός)
Αναστασίου Δημήτριος, Αναστάσιος (γεωργός)
Αναστασίου Ιωάννης, Γεώργιος (γεωργός)
Αναστασίου Κωνσταντίνος, Αθανάσιος (γεωργός)
Αναστασίου Σπυρίδων, Δημήτριος (γεωργός)
Αρβανιτάκης Κωνσταντίνος (γεωργός)
Βλάχου Ιωάννης, Αθανάσιος (γεωργός)
Γιολδάσης Γεώργιος, Δημήτριος (γεωργός)
Γούλα Γεώργιος, Γούλας (γεωργός)
Γουριώτης Κωνσταντίνος, Νικόλαος (γεωργός)
Γουριώτης Νικόλαος, Κωνσταντίνος (γεωργός)
Γρατσούνης Γεώργιος, Βασίλειος (γεωργός)
Γρατσούνης Σπυρίδων (γεωργός)
Δημήτριος Γεώργιος, Ιωάννης (γεωργός)
Δημόπουλος Δημήτριος, Ιωάννης (γεωργός)
Δημόπουλος Ιωάννης, Δήμος (γεωργός)
Δημόπουλος Κωνσταντίνος, Ιωάννης (γεωργός)
Ευδοκάκης Κωνσταντίνος (γεωργός)
Θεοδώρου Χαράλαμπος, Θεόδωρος (γεωργός)
Θέου Γεώργιος, Θαίος (γεωργός)
Θεοχάρης Κωνσταντίνος, Θεοχάρης (γεωργός)
Καλύβας Δημήτριος, Γεώργιος (γεωργός)
Καλύβας Ευαγγέλης, Δημήτριος (γεωργός)
Καλύβας Ιωάννης, Γεώργιος (γεωργός)
Κάπας Χρήστος, Δημήτριος (γεωργός)
Καπούλιας Κωνσταντίνος (γεωργός)
Καραγκούνης Γεώργιος, Ιωάννης (γεωργός)
Καραγκούνης Νικόλαος, Ιωάννης (γεωργός)
Κατεργάρης Δημήτριος, Ιωάννης (γεωργός)
Κοκορώνης Ιωάννης, Νικόλαος (γεωργός)
Κολύβας Δημήτριος, Ιωάννης (γεωργός)
Κουμπάρος Σπυρίδων (γεωργός)
Κουφαλιώτης Γεώργιος, Βασίλειος (γεωργός)
Κουφαλιώτης Δημήτριος, Αντώνιος (γεωργός)
Κουφαλιώτης Ιωάννης, Αντώνιος (γεωργός)
Κουφαλιώτης Κωνσταντίνος, Γεώργιος (γεωργός)
Κουφαλιώτης Νικόλαος, Γεώργιος (γεωργός)
Ξενάκης Σπυρίδων, Αθανάσιος (γεωργός)
Πέτρου Νικόλαος, Πέτρος (γεωργός)
Ριζόπουλος Γεώργιος, Χρήστος (γεωργός)
Σκαρλάτος Γεώργιος, Κωνσταντίνος (γεωργός)
Σκαρλάτος Δημήτριος, Κωνσταντίνος (γεωργός)
Σκαρλάτος Κωνσταντίνος (γεωργός)
Στερόπουλος Αντώνιος, Ιωάννης (γεωργός)
Σύρος Γεώργιος (γεωργός)
Σώκος Σπυρίδων (γεωργός)
Τριανταφυλλόπυλος Γεώργιος, Νικόλαος (γεωργός)
Τσάκαλος Γεώργιος, Ιωάννης (γεωργός)
Τσάκαλος Δημήτριος, Αλέξιος (γεωργός)
Τσιαμπάσης Γεώργιος, Ιωάννης (γεωργός)
Τσιαμπάσης Νικόλαος (γεωργός)
Τσιτούρης Χρήστος, Κωνσταντίνος (γεωργός)
Χαραλάμπης Κωνσταντίνος, Χαράλαμπος (γεωργός)
Χολέβας Σπυρίδων, Νικόλαος (γεωργός)
Χρηστοδουλιάς Κωνσταντίνος (γεωργός)

3. Πρόσληψη αγροφύλακα στο Παπαρούσι το 1907

Αγροφυλακή. Είναι ο θεσμός που προβλέπει την τήρηση της τάξης και ασφάλειας στην ύπαιθρο. Με τη λέξη αυτή δηλώνεται το σώμα που εκτελεί αστυνομικά καθήκοντα στις αγροτικές περιοχές. Η αγροφυλακή οργανώθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα με το διάταγμα της 31-12-1836, το οποίο τροποποιήθηκε με νόμο τη 15-9-1856. Οι αγροφύλακες εκλέγονταν από τους ιδιοκτήτες κτημάτων κάθε περιφέρειας, διορίζονταν από τον δήμαρχο και μισθοδοτούνταν από το δημοτικό Ταμείο. Υποχρεώνονταν να καταθέτουν εγγύηση για αποζημίωση των ιδιοκτητών σε περίπτωση ζημίας στα αιτήματά τους και της οποίας δεν ανακάλυπταν τον αυτουργό. Είχαν το δικαίωμα να οπλοφορούν και να ανακρίνουν.

Έκθεσις ορκωμοσίας αγροφύλακος (Αριθ. 83). Εν Καρπενησίω και εν τω Ειρηνοδικειακώ καταστήματι σήμερον την εικοστήν πρώτη N(οε)μβρίου του 1903 έτους ημέραν Παρασκευήν και ώραν τρίτην μεταμεημβρίαν, ενώπιον εμού του Ειρηνοδίκου Ευρυτανίας Χρ. Κανελλοπούλου παρουσία και του Γραμματέως Σταύρου Παπακαλού ενεφανίσθη αυτοπροσώπως ο Σερ. Δ. Αντωνόπουλος κάτοικος Παπαρουσίου όστις μας υπέδειξε το υπ' αριθ. 980 και υπό σημερινήν χρονολογίαν έγγραφον του Αστυνόμου Καρπενησίου εξ ου προκύπτει ότι ούτος δυνάμει του άρθρου 21 του Β.ΡΠΗ! νόμου, της υπ' αριθ. 2462 εγκριτικής διαταγής του Νομάρχου Ευρυτανίας και της από 5 τρέχοντος μηνός ε.ε. αιτήσεως της Δημ. Αντωνόπουλου κατοίκου του χωρίου Παπαπουσίου, διωρίσθη αγροφύλαξ προς φύλαξιν των εν τη θέσει Σουφ-Μηλιώτικα και Παλουργιά της περιφερείας του χωρίου Παπαρουσίου λειβαδίων του ρηθέντος αιτούντος επί δύο έτη από σήμερον, και ητήσατο να δώση τον της υπηρεσίας του νενομισμένον όρκον, επί τη βάσει της εκ Δρχ. 66 και 66% αντιμισθίας του, προσελθών δε και θεις την δεξιάν του επί του Ιερού Ευαγγελίου έδωκε τον όρκον ως εξής. "Ορκίζομαι να επαγρυπνώ πιστώς ακριβώς και ειλικρινώς εις την φύλαξιν των εν τη θέσει Σουφ-Μηλιώτικου και Παλιουργιά της περιφερείας του χωρίου Παπαρουσίου λειβαδίων του αιτούντος Δημήτρ. Αντωνόπουλου δια δύο έτη από σήμερον, χωρίς να χαρισθώ εις ουδέναν δια καμμίαν αιτίαν και βλάβην τρίτου, και να καταγγέλλω τας ζημίας εις τον αρμόδιον αστυνόμον. Ούτως είημοι ο Θεός βοηθός και το Ιερόν Ευαγγέλιον".

Προς βεβαίωσιν συνετάχθη η παρούσα έκθεσις ήτις αναγνωσθείσα και βεβαιωθείσα υπογράφεται νομίμως, πλην του ορκισθέντος ομολογήσαντος άγνοιαν γραμμάτων.

Ο Ειρηνοδίκης Χρ. Κανελλόπουλος

4. Πρωτοπόροι Παπαρουσιώτες στην Αμερική

ΟΝΟΜΑ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗ ΕΤΟΣ ΑΦΙΞΗΣ ΗΛΙΚΙΑ ΑΦΙΞΗΣ
Γιάννης Αντωνόπουλος 1915 33
Γεώργιος Λιγδής 1906 20
Γεώργιος Κουφαλιώτης 1915 38
Σεραφείμ Γούλας 1907 24 (Θείος του Σπύρου και Παύλου στο Charlotte)
Νικόλαος Γουριώτης 1920 36
Αθανάσιος Αναστάσης 1909 26
Νικόλαος Αλεξόπουλος 1914 23
Αλέξης Αλεξόπουλος 1914 29 (Αργότερα εγκαταστάθηκε στο Καρπενήσι)
Ιωάννης Αλεξόπουλος 1910 25
Δημήτριος Τριανταφυλλόπυλος 1920 29 (Αδελφός της γιαγιάς μου Παπαδούλας "Ζαχαρομήτσος")
Γεώργιος Κατεργάρης 1909 25
Σεραφείμ Κατεργάρης 1911 25
" " 1915 31 (Το ίδιο πρόσωπο. Πολλοί μετανάστες γύρισαν να πολεμήσουν στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και μετανάστεψαν πάλι)
Γεώργιος Μανδραγώνης 1906 18
Βασίλειος Δημόπουλος 1907 20 (Δήμας Βασίλης)
Γεώργιος Ντανάς 1907 19 (Θείος του Δημ. Ντανά στην Αυστραλία. Αδερφός του Αριστείδη Ντανά. Γυιός του Ιωάννη Ντανά (ψάλτης-καλαντζής από το Μπαμπούρι) αργότερα Ιωάννης Παπαδόπουλος γαμβρός του παπα-Θέου Παπαγιάννη)
Γεώργιος Τσαμπάσης 1907 19
Σεραφείμ Τσαμπάσης 1915 37

Ιωάννης Α. Παπαδόπουλος


Τρομερός ο αγώνας των πρωτοπόρων Παπαρουσιωτών για να ξεφύγουν από τα κακοτράχηλα βουνά της Ευρυτανίας. Και έκαναν τα αδύνατα δυνατά να βρουν τα χρήματα για τα εισιτήρια, να ταξιδέψουν, να ταλαιπωρηθούν 1 μήνα στο καράβι μέχρι τη Ν. Υόρκη άπλυτοι και προφανώς κακοσιτισμένοι. Εκεί άρχιζε ο γολγοθάς για την εύρεση εργασίας. Ο καθένας μετρούσε τις αντοχές του. Κύριος σκοπός τους ήταν να στείλουν χρήματα πίσω για την υπόλοιπη οικογένεια. Στην Αμερική οι προκλήσεις πολλές. Οι περισσότεροι εντάσσονται στο σύστημα. 'λλοι όχι και γυρίζουν πίσω.

Στην ξενιτιά ξεδιπλώνονται πολλές προσωπικές ιστορίες που δίδουν μηνύματα στο σήμερα. Μερικοί προσπάθησαν να ξεχάσουν το παρελθόν τους (όσο αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί). Θα σας αναφέρουμε ό,τι πληροφορίες συλλέξαμε για τον Γ. Ντανά (Παπαδόπoυλο). Έφθασε στην Αμερική το 1907, αλλά δεν γύρισε ποτέ πίσω στο χωριό. Μέχρι που τελείωσε το μοναδικό παιδί του, Αθανάσιος, το δημοτικό σχολείο έστελνε χρήματα. (Ο ίδιος θα ήταν 30 ετών. Μεσολάβησε ο βαλκανικός πόλεμος του '12 και έπαυσε να στέλνει γράμμα. Ο γιος του στο μεταξύ παντρεύτηκε έκανε μεγάλη οικογένεια με 7 παιδιά που όλοι σχεδόν μετανάστευσαν στην Αμερική. Το 1964 βρήκαν το εστιατόριο που δούλευε ως George Papadopoulos. Τους είπαν ότι είχε συνταξιοδοτηθεί πριν 15 χρόνια. Τους πληροφόρησαν πως σε δύσκολα χρόνια ο ίδιος "ζούσε" άλλους έλληνες που υπέφεραν και υπήρξε μεγάλος μάγειρας. Δεν κατάφεραν όμως να τον συναντήσουν και πιθανολογείται πως δημιούργησε νέα οικογένεια εκεί.

Περιμένουμε να μας στείλετε στοιχεία για τους υπολοίπους πρωτοπόρους του χωριού μας, Στους σημερινούς άτολμους ανθρώπους "του καναπέ και της αποχαύνωσης της τηλεόρασης" ο αγώνας τους έχει να πει πολλά.

Ελένη Ντανά

5. Στα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου

Αναμνήσεις του Βασίλη Καλύβα
Επιμέλεια - Παρουσίαση: Αθανασία Κων. Ντανά

Πόλεμος...Μεγάλο δεινό για τον ανθρώπινο γένος. Γέννημα παρακοής και αποστασίας. Προβάδισμα κι επιβουλή του ΕΓΩ στο ΕΣΥ. Εμφύλιος πόλεμος... Η χειρότερη κατηγορία του και κατάρα ενός έθνους.

...Και η Ελλάδα μας δεν εξαιρέθηκε. Μοιραίο επακόλουθο και γι αυτήν. Το ίδιο και ο τόπος μας, ο τόπος καταγωγής μας. Γνώρισε απ' όλα στο πέρασμα των χρόνων, γνώρισε και τον εμφύλιο... Με σφιγμένη την καρδιά ακούγαμε από νεαρή ηλικία πονεμένες και θλιβερές ιστορίες για το χωριό μας, το όμορφο χωριουδάκι μας και τους ανθρώπους του που στα παιδικά μάτια φαντάζουν όλα τόσο αγνά, μονιασμένα και όμορφα. Ακούγαμε για αντάρτες, για στρατό, μαυροσκούφηδες, για το δίχασμα του κόσμου στα ξαφνικά, για την έχθρα, το μίσος, για εκδίκηση, για φόβο, πόνο, εγκλήματα... Ακούγαμε να σκοτώνει αδερφός τον αδερφό, συγγενής τον συγγενή, συγχωριανός τον συγχωριανό, γείτονας τον γείτονα. Για λόγους ιδεολογικούς αλλά και για λόγους εξόφλησης παλιών ανεξόφλητων διαφορών επί ευκαιρία...

Και πονούσαμε. Και δεν καταλαβαίναμε γιατί τόσο μίσος, γιατί τόση μικρότητα, γιατί τόση βαρβαρότητα και ξεπεσμός. Μια πίκρα μας άφηναν μέσα μας και μια μαυρίλα οι εικόνες που σχηματίζονταν από τις διηγήσεις. Λες κι υπήρχε ανάγκη να ξορκιστούν όλα αυτά, αναζητείτο κάτι για να τα επισκιάσει και να επικρατήσει, κάτι που να πάρει τη θέση της ανθρώπινης μικροψυχίας και να επιπλεύσει.

Έτσι όταν μια μέρα συζητούσαμε με τον μπάρμπα Βασίλη Καλύβα, πίνοντας καφεδάκι στο σπίτι του, ήρθε η κουβέντα στα παλιά τα χρόνια, τα δύσκολα, τα φτωχικά, τα εμπόλεμα... Και τότε άρχισε να διηγείται αβίαστα τα γεγονότα που έζησε, όπως τα έζησε, όπως τα σημάδεψε κι εκείνος με την δική του συμμετοχή και παρουσία. Καταγράφονται όπως ακριβώς ειπώθηκαν και στη συνέχεια μαγνητοφωνήθηκαν αφού πρώτα συμφώνησε και έδωσε την άδεια ο ίδιος.

"Ήταν κατά τα μέσα Σεπτέμβρη του '48 που έγινε η επιστράτευση στο χωριό μας από τα άτακτα σώματα, τ' αντάρτικα. Μας επιστράτευσαν όλα τα παιδιά, γύρω στα είκοσι πέντε. Πολλά παιδιά χάθηκαν, άλλα έμειναν ανάπηρα και όσα γλίτωσαν τα έβγαλαν πέρα μέχρι το '51 μέσα σε μεγάλη περιπέτεια.

Ήμασταν τρία αδέλφια, τον ένα αδερφό μου, το Δημοσθένη, τον απαγχόνισαν στο Κεράσοβο. Οι αντάρτες τον θεωρούσαν ύποπτο ότι θα τους ξέφευγε, επειδή είχε υπηρετήσει στο στρατό 4 χρόνια. Με τον άλλο αδερφό μου, το Λεωνίδα αναγκαστικά προχωρήσαμε μέχρι τα σύνορα όπου εκεί τραυματίστηκε, τον πήραν μέσα στην Αλβανία και έκτοτε έχασα τα ίχνη του. Στη συνέχεια πήγα στα Τζουμέρκα. Εκεί πήρα τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψω τα άτακτα σώματα και να παρουσιαστώ στο στρατό. Ήμουν όμως πολύ προσεχτικός γιατί και στ' αντάρτικα και στο στρατό υπήρχαν κατάσκοποι. Πήγα σε κάποιο σπίτι και παρακάλεσα μια γριούλα να πάει να βρει τον ταγματάρχη να του πει ότι ήθελα να παρουσιαστώ στον ίδιο γιατί αν με συλλάβουν τα' άτακτα θα μου κάνουν ζημιά. Πήγε και του είπε ότι ένας αντάρτης θέλει να παρουσιαστεί κι εκείνος τότε έστειλε δυο στρατιώτες να με παραλάβουν και να με οδηγήσουν κοντά του για να μην με πειράξει κανένας. Ήμουν 27 χρόνων. Όταν παρουσιάστηκα, με καλοδέχτηκαν με τον καλύτερο τρόπο όλοι οι αξιωματικοί, με περιποιήθηκαν, μου ζήτησαν να παραμείνω στο τάγμα. Δεν θέλησα να μείνω εκεί όμως. Κατέβηκα στα Γιάννενα όπου εκεί υπήρχε ένα στρατόπεδο που έφτιαχνε πάγο. Εκεί μέσα συγκέντρωναν όλους τους κρατούμενους. Κάθισα εκεί κάνα δυο βδομάδες, μου ζήτησαν να δουλέψω στις αποθήκες του στρατού και με πλήρωναν 2 δρχ την ημέρα. Κάθε μέρα γινόταν μάχες με τους αντάρτες που κατέβαιναν απ' τα βουνά. Με 5-6 άλλους σκεφτήκαμε τότε να κάνουμε αίτηση στο στρατηγό να καταταχτούμε και να υπηρετήσουμε. Η ηλικία μου υπηρετούσε. Ο Στρατηγός που λεγόταν Δημήτρης Μπαλοδήμος τις ενέκρινε αμέσως. Ήταν καλός άνθρωπος. Μας έλεγε να πηγαίνουμε άφοβα σ' εκείνον και να του μιλάμε για οτιδήποτε. Μας βοήθησε να βγάλουμε από το στρατόπεδο 90 παιδιά κρατούμενους. Κάναμε ένα λόχο "ειδικών αποστολών" που το λέγαμε επίλεκτο σώμα. Αναλάμβανε τις πιο επικίνδυνες αποστολές. Τότε ήταν που γνώρισα ένα παιδί κρατούμενο, τον Βασίλη Μυλωνά, καταδικασμένο σε θάνατο 4 φορές. Ήταν χωροφύλακας πριν κι επειδή έδωσε όπλα στους αντάρτες, κατηγορήθηκε ως προδότης. Η καταγωγή του ήταν από ένα χωριό του Αγρινίου, την Αγία Παρασκευή. Τον είχαν σ' ένα υπόγειο και όταν του πρότεινα να τον γλιτώσουμε, εκείνος δεν το πίστευε και αρνιόταν. Τον παρακάλεσα να βάλει υπογραφή στην κατάσταση που κρατούσα για να τον σώσω και εκείνος απελπισμένος πάλι αρνιόταν. Μετά δυσκολίας και δυσπιστίας από μέρους του, δέχτηκε να υπογράψει στην κατάσταση. Εκείνη την ημέρα έβγαλα 16 ανθρώπους κρατούμενους. Συνολικά γλίτωσα 60 ανθρώπους με τη βοήθεια του στρατηγού στον οποίο έλεγα ότι είναι δικοί μου άνθρωποι. Για τον συγκεκριμένο του είπα ότι είναι πατριώτης μου και μαζί με τους άλλους δέκα πέντε τους έβγαλα ημέρα Παρασκευή γιατί τα Σάββατα συνήθως γινόταν οι εκτελέσεις. Ο τόπος που τους εκτελούσαν λεγόταν "Αυγό". Ο άνθρωπος ακόμα κι όταν του το βεβαίωναν δεν το πίστευε ότι σώθηκε κι όμως οι υπηρεσίες μου είχαν εκτιμηθεί στον αγώνα που έκανα και τον γλίτωσα κι αυτόν. Τον πήγα στον στρατώνα υπηρέτησε άλλα δύο χρόνια και απολύθηκε. Από τότε έχασα τα ίχνη του. Πέρασαν 20 χρόνια και στην Αυστραλία που πήγα μετά από ένα χρόνο εντελώς τυχαία ανακάλυψα ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν εκεί. Ανταμωθήκαμε και η συγκίνησή του ήταν απερίγραπτη που με ξαναείδε. Κι εγώ χάρηκα.

Από το χωριό μας βοήθησα τον Κώστα το Δημόπουλο του Φώτη. Τον έπιασαν στο Βόριακα στην Ηπειρο. Ήταν ανάπηρος με ένα πόδι. Τον έφεραν στα Γιάννενα, Νοέμβρη μήνα, νηστικό και ταλαιπωρημένο. Του πρόσφερα τις πρώτες βοήθειες, εγώ πήγα κι έκανα κατάθεση στον ανακριτή ότι το παιδί ήταν πολύ καλό και το κατέστρεψαν άλλοι, οι αντίθετοι. Ορίστηκε δικαστήριο στα Γιάννενα. Αναβλήθηκε όμως κι έγινε στη Λαμία για να έρθουν εν τω μεταξύ οι μάρτυρες κατηγορίας από το χωριό. Ήταν 2-3 που κατέθεσαν εναντίον του. Τελευταία ρώτησαν κι εμένα. Εγώ ισχυρίστηκα ότι ήταν το καλύτερο παιδί του χωριού. Και έτσι γλίτωσε.

Είχα βγάλει και το Γιώργο τον Τριανταφυλλόπουλο του Δημητρίου, αδελφό του Γιάννη. Με τον ίδιο τρόπο. Αργότερα όμως σκοτώθηκε σε ναρκοπέδιο. Επίσης έβγαλα τον Σεραφείμ Κουτσομήτρο από το Στένωμα. Είχε υπηρετήσει στο στρατό σαν σκοπευτής στο Βαρύ Πυροβόλο. Τον επιστράτευσαν οι αντάρτες και τον χρησιμοποίησαν σε ανάλογη θέση. Σε μάχη με τον στρατό, στα βουνά της Ηπείρου τον συνέλαβαν και τον έφεραν στα Γιάννενα μισόγυμνο. Τον έντυσα, τον τάισα, γιατί η τροφή που έδιναν στους κρατούμενους ήταν λιγοστή. Ήταν να περάσει στρατοδικείο. Πήγα κι έκανα κατάθεση ότι ήταν εθνικόφρονας, ότι υπηρέτησε την πατρίδα κι ότι ήταν επιστρατευμένος δια βίας. Τον δικαιολόγησα, τον απέλυσαν και γλίτωσε.

Κάποια μέρα στα Γιάννενα πήραμε εντολή να πάμε στην περιοχή Κρύα. Εκεί υπήρχαν πηγές από όπου έπινε η πόλη νερό. Στήσαμε ενέδρα στο βουνό Μισικέλι στις 1.30 τη νύχτα. Βάλαμε καραούλι και κάποια στιγμή κατά το πρωί πέρασαν 4 αντάρτες αξιωματικοί. Τους κυκλώσαμε σε μια βρυσούλα, οι τρεις έφυγαν εμείς δεν ρίξαμε, ο ένας παραδόθηκε. Τον αφοπλίσαμε, τον ρωτήσαμε αν θέλει να μας ακολουθήσει και δέχτηκε. Τον έλεγαν Θανάση Μπούφλα. Τον κατεβάσαμε στα Γιάννενα, τον πήγαμε για ανακρίσεις στο Α2 Μεραρχίας και τον κρατήσαμε στο Λόχο μας κι αυτόν. Υπηρέτησε δύο χρόνια. κι επειδή είχε υπηρεσία απολύθηκε. Εγώ συνολικά υπηρέτησα 3 χρόνια. Έχασα τα ίχνη του για χρόνια. Τον ξαναβρήκα αργότερα με τη βοήθεια του Β. Μυλωνά που ήρθε κάποια χρονιά στο χωριό της γυναίκας του στο Καλπάκι Ιωαννίνων, μου υπέδειξε που βρισκόταν. Ήταν χωρισμένος, παντρεύτηκε μια αντάρτισσα, είχε 150 προβατα και το σπίτι του θυμάμαι ήταν όλο άρματα, της γυναίκας του και τα δικά του. Δεν με γνώρισε. Όταν του φανερώθηκα με θυμήθηκε, με αγκάλιασε, με φίλησε και μου είπε ως ήταν σαν να του πρόσθετα 10 χρόνια ζωής. Μου πρότεινε δε όταν του είπα ότι μου αρέσει πολύ το χωριό του και θα ήθελα να μείνω, να μου χαρίσει ένα οικόπεδο- χωράφι.

Θυμάμαι επίσης κι ένα γεγονός που έζησα στη Βοβούσα όπου έγινε μια μάχη με τους αντάρτες. Εμείς ήμασταν 8 οπλίτες και οι αντάρτες 90. Τους αιφνιδιάσαμε και δεν κατάλαβαν πόσοι ήμασταν. Νόμισαν πως ήμασταν Τάγμα ολόκληρο. Υποχωρώντας έπεσαν σ' ένα ρέμα .Εκεί είδαμε ένα τραυματία. Εγώ έτρεξα να τον βοηθήσω για να μην του κάνουν κακό. Διαπίστωσα ότι ήταν κοπέλα. Φορούσε μαύρα ρούχα, ήταν καταματωμένη και χτυπημένη στο πρόσωπο. Της είπα να μη φοβάται, την έπλυνα, της έδεσα το κεφάλι με επίδεσμο. Έτρεμε από το φόβο της. Ήταν από τον Αλμυρό του Βόλου. Ανάμεσά μας ήταν ένας πρώτος της ξάδερφος κατά τύχη ένας δεκανέας. Τον είδε δεν έφερε αντίρρηση, την έβαλα καβάλα σ' ένα μουλάρι και κατεβήκαμε στην Κόνιτσα για ανάκριση στο Α2 Μεραρχίας. Τη διάταξα, τι να πει και να μη φοβάται.

Ήταν εθελόντρια αντάρτισσα και στην ερώτηση του ταγματάρχη "τι σ' έκανε να πας;" εκείνη του είπε "Εγώ θα σου πω, κι εσύ θα μου πεις τι θα έκανες αν ήσουν στη θέση μου; Πριν 2 χρόνια το '46", ξεκίνησε η αντάρτισσα, "έφτασε στον Αλμυρό του Βόλου ο ...(1) με 150 άντρες μαυροσκούφηδες (άτακτα σώματα). Ζήτησε να μαζευτεί όλο το χωριό. Μαζεύτηκαν 500, άλλοι 400 ήταν στα χωράφια. Έβγαλε λόγο και ζήτησε να του φέρουν 150 πίτες και 150 κοτόπουλα ψημένα, στο σχολείο. Όταν τα πήραν, πήραν και 150 κοπέλες από μας και μας ατίμασαν. Αναστατώθηκε όλο το χωριό. Ειδοποιήθηκαν τα αντάρτικα σώματα που κατέβηκαν στο χωριό, αλλά ο ...(1) την κοπάνησε από μια χαράδρα. Μετά όλο το χωριό πήραμε τα όπλα και κινήσαμε να τον κυνηγήσουμε. Έτσι βρέθηκα κι εγώ σ' αυτή τη κατάσταση."

Ακούγοντας την φοβερή ιστορία της, πρότεινα να μην πάει φυλακή, να σταματήσει εδώ η περιπέτειά της και να ειδοποιηθούν οι δικοί της. Έγραψα γράμμα στον πατέρα της και ήρθε ο αδερφός της και την πήρε. Δεν μπόρεσα να τους γνωρίσω. Εκείνοι όμως μου έστελναν δώρα και γράμματα. Αυτές ήταν οι περιπέτειες και τα γεγονότα που έζησα από το 47 ως το 1951.

Όταν γύρισα πίσω στο χωριό ήταν όλα καμένα από τους Μαυροσκούφηδες. Πάντως υπήρχαν εγκληματίες κι από τις δυο πλευρές. Ο αδερφός μου ο Λεωνίδας μετά την Αλβανία, βρέθηκε στη Ρουμανία, του έκανα τα χαρτιά και ήρθε στην Ελλάδα και τώρα ζει στο Καρπενήσι, παντρεμένος χωρίς παιδιά.

Εγώ την περίοδο του εμφυλίου ήμουν παντρεμένος με την Μεσία κι είχα δυο παιδιά, το Σεραφείμ και τη Βούλα. Έφυγα για την Αυστραλία το 1967, εν τω μεταξύ είχα αποκτήσει άλλα δυο παιδιά το Βαγγέλη και την Έλλη. Πήγα για αναζήτηση καλύτερης τύχης με σκοπό να ξαναγυρίσω, αλλά διαπίστωσα ότι εκεί αναγνωριζόταν ο κόπος σου και μπορούσες να δημιουργηθείς. Έτσι παρέμεινα με την οικογένειά μου και όλα πήγαν πολύ καλά. Ξαναήρθα προσωρινά στην Ελλάδα 10 χρόνια αφ' ότου έφυγα."

Όση ώρα μιλούσε αργά και σταθερά, διαπίστωνε κανείς την απλότητα με την οποία διηγιόταν τα γεγονότα στα οποία πρωταγωνιστούσε και χαρακτήριζε. Δεν διεκρίνετο ίχνος κομπασμού στα λόγια του, απλώς τα διηγιόταν όπως τα έζησε, όπως έπραξε, όπως μέσα του "μιλούσε" για να πράξει. Αυτονόητο θεωρούσε το χρέος του σαν άνθρωπος να βοηθήσει όπου χρειαζόταν, χωρίς εμπάθεια για τους μεν ή τους δε, αλλά προσβλέποντας μόνο στην ανάγκη του κάθε ενός, αναγνωρίζοντας ίσως την πλάνη και την κατάρα του ανθρώπου να εμπλέκεται σε τέτοιες καταστάσεις θεληματικά ή μη. Ζητήθηκε και δόθηκε η άδειά του να μεταφερθούν στο χαρτί όσα είπε και μαγνητοφωνήθηκαν. Έγινε για τους εξής λόγους: Πρώτον για να δημιουργηθεί μια πηγή άντλησης πληροφοριών που πιθανόν κάποτε ν' αναζητηθεί. Δεύτερον για να γίνει κίνητρο ανταπόκρισης και κατάθεσης αναμνήσεων και εμπειριών και απ' άλλους. Είναι πλούτος ανεκτίμητος και δεν πρέπει να υπάρχει ο παραμικρός δισταγμός και πολύ περισσότερο η αδιαφορία για την κατάθεση και την πολύτιμη καταγραφή και διαφύλαξή τους. Τρίτον γιατί μέσα σε περίοδο πολέμου και μάλιστα ενός εμφύλιου πολέμου που λαμβάνουν χώρα ανατριχιαστικές συνθήκες απανθρωπιάς και βαρβαρότητας διαλάμπουν παραδείγματα τόσο φωτεινά ελπιδοφόρα και αξιομίμητα που αξίζει να ομολογούνται και να μνημονεύονται εσαεί. Τέταρτον γιατί πραγματικά στις μέρες μας με τα τόσο ανησυχητικά στοιχεία απαξίωσης έχουμε ανάγκη ν' αναθερμαίνουμε όλοι μέσα μας μεγάλοι και μικροί την παραβολή του "Καλού Σαμαρείτη" που είπε ο Χριστός μας όταν ρωτήθηκε: Τι εστί Αγάπη, Τι εστί Πλησίον!

(1) Το όνομα δεν αναφέρεται γιατί το άρθρο αυτό δεν έγινε για να καταγγελθούν ή να κατακριθούν συγκεκριμένοι άνθρωποι, αλλά να παρουσιαστούν τα γεγονότα και οι πράξεις όπως έλαβαν χώρα, ο χαρακτηρισμός και το μήνυμα των οποίων επαφίεται στην ανθρώπινη εκάστου προαίρεση και "ετοιμότητα".

6. Υδρόμυλοι

Οι υδρόμυλοι ήταν στοιχειώδη εργαστήρια κάθε χωριού. Χωρίς μύλο δεν υπήρχε αλεύρι και ψωμί. Το χωριό Παπαρούσι είχε δυο μύλους, που ανήκαν στις εκκλησίες του χωριού. Ο ένας βρισκόταν στα χαμηλά του χωριού, όπου συναντώνται τα δυο ρέματα, Κειθερέμα και το Κεφαλόβρυσο (ή Κούκια). Η λειτουργία του μύλου γινόταν με πλειστηριασμό. Ο πλειοδότης έπαιρνε τη λειτουργία του για ένα χρονικό διάστημα. Η πληρωμή γινόταν σε είδος, σιτάρι ή καλαμπόκι, το οποίο η εκκλησία το πουλούσε για ρευστό χρήμα.

Είναι γνωστό ότι το χωριό δεν είχε ποτέ άφθονο νερό. Γι'αυτό δυο "μυρόβλακα" τροφοδοτούσαν νερό στο μύλο που ήταν στα πόδια του χωριού. Το ένα έρχονταν από το Κειθερέμα και το άλλο από το Κεφαλόβρυσο. Αυτός ήταν ο χειμωνιάτικος μύλος του χωριού. Δεν ξέρω εάν υπάρχουν τα ερείπια των δυο υδρομύλων. Ο καλοκαιρινός μύλος λειτουργούσε στο Κουτσοχώραφο. Αυτό βρίσκεται στους πρόποδες της πλαγιάς "Βίγλες" και "Απόσκια", στην αριστερή όχθη του Καλεσμενιώτικου ρέματος. Εκεί υπήρχαν Παπαρουσιώτικα και Μοναστηριώτικα χωράφια. Ο κύριος λόγος που λειτουργούσε εκεί ήταν ότι το ρέμα αυτό έχει άφθονο νερό, χειμώνα - καλοκαίρι. Το αυλάκι αυτό ήτα 2-3 χιλιόμετρα μακρύ. Θυμάμαι όταν λιγόστευε το νερό, ο πατέρας μου με έστελνε να δω τι έγινε. Η πονηρή κουτσή Μιτσιάκω τρυπούσε το αυλάκι χαμηλά εδώ και κει, χωρίς να φαίνεται, για να ποτίσει τα χωράφια της. Ο μύλος αυτός είχε καεί από τους Γερμανούς το '44. Ο πατέρας μου Θανάσης Γ. Παπαδόπουλος μαζί με δέκα Ιταλούς αιχμαλώτους τον έχτισε ξανά. Επίσης τελειοποίησε τον μηχανισμό του. Ο μπάρμπα-Θανάσης ήταν από τους μετρημένους στην Ευρυτανία που ήξεραν να κάνουν μηχανισμό μύλου και Μαντάνια. Μετά τον επαναπατρισμό του '50, εδιόρθωσε το μύλο στο Στένωμα, του Γαλή στο Μοναστηράκι και τους δυο στο χωριό.

Περιγραφή του μύλου: Τα γάργαρα νερά των ορεινών κοιλάδψν όταν κατηφορίζουν, σχηματίζουν φυσικούς μικροκαταρράκτες. Ο μυλωνάς "κόβει" το πρόχειρο φράγμα "δέση" και τ' αναγκάζει ν" ακολουθήσει τη διπλανή πλαγιά το "μυραύλακο" που έχει κάποια κλίση για ομαλή ροή του νερού. Στο σημείο που η κοίτη του ρέματος απείχε 5 με 10 ή 15 μέτρα από το αυλάκι και είχε την κατάλληλη υδραυλική πτώση "κρέμαση" χτιζόταν το παραδοσιακό υδραυλικό εργαστήρι, ο νερόμυλος. Ήταν η πρώτη πρωτόγονη προσπάθεια του ανθρώπου να εκμεταλλευτεί τη δύναμη του υγρού στοιχείου, της υδροδυναμικής. Στο πίσω μέρος του μύλου έμπαινε "καλάνη" κωνικής κατασκευής τοποθετημένης ανάποδα. Ήταν καμωμένη από ξύλινες δούγες ύψος 5 μέτρων και δεμένη με ανθεκτικά στεφάνια από λαμαρίνες (καμιά φορά και ξύλινες). Το στενόμερο κάτω μέρος κατέληγε στο στόμιο (σιφούνι ή σφούνι) διαμέτρου 5 εκατοστών. Το στόμιο αυτό μπορούσε να μικρύνει ή να μεγαλώσει σύμφωνα με τη παροχή νερού. Το εξερχόμενο έπεφτε στα πτερύγια της φτερωτής που ήταν οριζόντια και την περιέστρεφε. Σήμερα τέτοια πτώση λέγεται "τζετ". Η φτερωτή βρισκόταν στο υπόσκαφο "ζοριό". Το νερό μετά τη φτερωτή πήγαινε για πότισμα χωραφιών ή άλλο αυλάκι. Ο άξονας της φτερωτής περνούσε το πρώτο πάτωμα και την κάτω μόνιμη μυλόπετρα και μ' ένα οριζόντιο σίδερο "χελιδόνα" περιέστρεφε την πάνω μυλόπετρα, την οποία μπορούσες ν' ανεβοκατεβάσεις και να κόψεις το άλεσμα ψιλό ή χονδρό. Πάνω από τη μυλόπετρα αιωρείτο η κάσα, πυραμικού σχεδίου, όπου έμπαινε το καλαμπόκι ή το σιτάρι. Κάτω από αυτό ήταν το "καρίκι" μια μικρή κασούλα όπου έμπαινε το άλεσμα και με ένα σιγανό περα-δώθε κούνημα έπεφτε πάλι στην τρύπα της πάνω πέτρας και τριβόταν ανάμεσα στις δυο πέτρες, γινόταν αλεύρι και έπεφτε στην αλευροδόχη και μέσα στο σακί που ήταν από κάτω.

Όλος ο μηχανισμός έκανε ένα ρυθμικό θόρυβο έτσι ώστε ο μυλωνάς μπορούσε να αποκοιμηθεί. Είχε όμως το ξυπνητήρι του, τα "βαρδάρια". Στον πάτω της ανάποδης σκάφης ήταν ένα περασμένο οριζόντιο σχοινί. Δυο μεταλλικά ή ξύλινα βρονταλίδια-κλακέτες κρέμονταν. Το σχοινί εκοίλιαζε από το βάρος του γεννήματος και σήκωναν το βρονταλίδια. ¨Οταν τελείωνε το άλεσμα, το σχοινί τέντωνε και άγγιζαν την περιστρεφόμενη πέτρα, και έκαμαν φοβερό σαματά που μπορούσε να τρομάξει και κουφό. Ο μυλωνάς ξύπναγε και ετοίμαζε νέο φορτίο. Ο μύλος απαιτούσε τακτική συντήρηση και προσοχή. Πολλά πράγματα μπορούσαν να συμβούν π.χ. λιγόστεμα νερού και άλλα. Κάθε τόσο έπρεπε να αναποδογυρίσει την πάνω μυλόπετρα και να τις σφυριλατίσει και τις δυο.

Οι κάτοικοι της περιοχής έφερναν το άλεσμα με το γαϊδουράκι, μουλάρι ή ζαλίγκα. Ο μυλωνάς το ζύγιζε και έπαιρνε την αμοιβή του, το "ξάι" σε είδος. Υπήρχαν πολλοί μυλωνάδες στο χωριό: Ο Γιώργος Ντανάς, Ο Κώστας Χαραλαμπής, Ο Θανάσης Παπαδόπουλος και άλλοι.

Ο μύλος δεν είχε φούριες και βίαση. Κάθε άλεσμα έπαιρνε περίπου 2-3 ώρες. Γι αυτό είχε πολλές ελευθερίες ο μυλωνάς. Έτσι που να χαίρεται μακάριος και αμέριμνος τον ύπνο του δικαίου. Ο ρυθμός τον νανούριζε. 'λλος πάλι, όπως ο πατέρας μου, χρησιμοποιούσε αυτό το χρόνο για να κάνει και δεύτερη εργασία. Ο πατέρας μου έραβε κανένα κοστούμι από σκουτί ή καμιά κάπα με σειρίτια και γαϊτάνια. Αλλά τα "βαρδάρια" ήταν εκεί και τον ξυπνούσαν ή τον ειδοποιούσαν ότι το άλεσμα τελείωσε και πρέπει να ρίξει και άλλο. Αν δεν είχαν δουλειά οι μυλωνάδες διηγούνταν λαϊκές ιστορίες. Ιστορίες παλιές για τις νεράιδες και τις ξωθιές που έρχονται κάποτε τις νύχτες και κονεύουν στην καλάνη, στη φτερωτή και στο "ζόριο" του μύλου, όπως επίσης στις κουφάλες των πλατανιών. Τις νύχτες του "δωδεκαημέρου" γίνονταν στην ποταμιά οι μεγάλες συγκεντρώσεις των καλλικαντζάρων και των παγανών. Ο μύλος είχε ένα μικρό δωματιάκι με τζάκι σανιδένιο κρεβατάκι. Εκεί έφτιανε τακτικά "καραμποκοκούκι" (χαμοκούκι) και φασουλάδα στο τσουκάλι. Ένα κανδηλάκι φώτιζε το εσωτερικό του μύλου και κάπου η εφεδρική γκαλολάμπα. Τον περισσότερο καιρό ήταν μοναξιά στον μύλο. Αλλά όταν έρχονταν πελάτες υπήρχαν συζητήσεις για πολιτικά, κοινωνικά, προξενιά και κουτσομπολιά.

Χάθηκε για πάντα η παραδοσιακή γραφικότητα των νερόμυλων μαζί με τα παράλληλα εγχώρια εργαστήρια τα "μαντάνια" και τις "νεροτροβείες". Το Παπαρούσι δυστυχώς δεν είχε μαντάνια ούτε νεροτριβεία λόγω του λίγου νερού. Θα περιγράψω λίγο τα μαντάνια. Ήταν ξύλινος μηχανισμός που μαζί με τη νεροτριβή έκαναν τα εγχώρια μάλλινα υφαντά για να σφίξουν.

Ελάχιστοι νερόμυλοι σώζονται σήμερα και ελάχιστα είναι τα αλέσματα που φέρνουν σ΄αυτούς. Ένας σώζεται ακόμα στη Φραγκίστα. Αξίζει τον κόπο να τον επισκεφθείς. Οι μεγαθήριοι ατμόμυλοι και κυλινδρόμυλοι που τους αντικατέστησαν, καταβροχθίζουν τόνους ολόκληρους την ώρα. Οι παλιοί νερόμυλοι δούλευαν με το πάσο τους. Υπήρχε ηρεμία και γαλήνη. Υπάρχει ακόμα κόσμος που προτιμά το νερόμυλο γιατί κάνει αλεύρι απαλό και νόστιμο. Η μηχανή το "καίει"!

Γιάννης Α. Παπαδόπουλος

7. Γάστρα

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να ημπορούν να τη σηκώνουν με το "ξυθάλι". Χαμηλώτερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη "γωνιά", η οποία αποτελείτο από "σίμαλες" πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γράηγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα. Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο. Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.

Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι ημπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα. Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.

Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.

Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς (τσουκάλι) και άλλα. Καλή Όρεξη!...

8. Αναμνήσεις παιδικής παιδεμένης ζωής (ποίημα)

Ποίημα της Έλλης Καλύβα: Μετανάστης στην Αυστραλία από τις 19 Δεκεμβρίου 1968. Φύγαμε από την Ελλάδα στις 19 Νοεμβρίου 1968 και μετά από 30 μέρες ανταμώσαμε όλοι μαζί. Τα γραφόμενά μου έχουν συγκεντρωθεί στα 3 πρώτα χρόνια.

Να προσπαθήσω τόβαλα να γράψω απ' το χωριό μου
Τις αναμνήσεις που κρατώ πάντοτε στο μυαλό μου.

Τις αναμνήσεις μου αυτές θέλω να τις διαβάσουν
Εχθροί και φίλοι και γνωστοί που μας καταδικάζουν.

Δεν έχω πάθει στη ζωή τόσα πολλά να ξέρω
Μα όλα αυτά που πέρασα με κάναν να υποφέρω.

Θυμάμαι στις βουνοκορφές χειμώνα - καλοκαίρι
Όταν ξημερο-βράδυαζε με τσουχτερό τα αγέρι.

Γι' αυτό η ιστορία μου όσο κι αν ζήσω ακόμα
Θα επιθυμούσα νάμενε για πάντα στον αιώνα.

Καλύτερα όμως παιδιά στο θέμα μας να' ρθούμε
Γιατί εμείς μου φαίνεται πάει! Θα ξεχαστούμε.

Ν' αρχίσω πρώτα θάθελα απ' τα μικρά μου χρόνια
Τότε που πρωτόνιωσα χαρά και γνώρισα συμπόνια.

Τα' όνομα πούχε το χωριό ήτανε: Παπαρούσι
Που οι κάτοικοι οι μακρινοί δεν τόχανε ακούσει.

Ήτανε ένα μικρό χωριό καταπρασινεμένο
Και στις πλαγιές, στα λόφια του μ΄ έλατα φορτωμένο.

Είχε πολλών ειδών δενδριά, άγνωστο το' όνομά τους
Που Αθηναίοι κάτοικοι δεν άκουσαν τ' αυτιά τους.

Θάθελα όλα τα δενδριά για να τα περιγράψω
Φοβάμαι όμως πως δεν μπορώ και μούρχεται να κλάψω

Ονόμασα το φτωχικό χωριό γεννήσεώς μου
Που η εικόνα του έρχεται συχνά μεσ' το μυαλό μου

Θυμάμαι στα λαγκάδια του εκεί θε να πατήσω
Μόνο για ακόμη μια φορά θέλω να τα' αντικρύσω

Όσο μακρυά κι αν βρίσκομαι κι ας ζω σε χώρα ξένη
Δεν έπαψα να σ' αγαπώ Πατρίδα αγαπημένη

Και τα πολλά οικιακά Άλογο, κότες, βόδι
Ήταν πάντα η σκέψη μας εκεί στο φτωχοχώρι

Το βόδι το τεράστιο που όλοι το φοβόταν
Τι δυστυχία θάτανε! Αν κάποιος σκοτωνόταν!!!

Αγρίευε όταν έβλεπε άνθρωπο μεσ' στα μαύρα
Και τα παιδάκια του χωριού σπαράζανε στο κλάμα

Ήμουν έξη μόλις χρονώ που πήγαινα σχολείο
κι ο κόσμος μέσα στο χωριό με φώναζε "θηρίο"!

Μικρό κορίτσι ήμουνα κι αν πήγαινα σχολειό
Τ' απόγευμα θα έπαιζα και λίγο το κρυφτό

Η μάννα μου πάντα αυστηρή απ' τα χωράφια ερχόταν
Και τα παιδιά απ' το κρυφτό όλα εξαφανιζόταν

Γιατί ποτέ δεν ήθελε τα ξένα τα παιδιά
Να μας απασχολούν χωρίς καμιά δουλειά.

Στην "Βήτα" τάξη πήγαινα Άριστη μέσ' την τάξη
Με "10" προβιβάστηκα και για την 3η τάξη

Καινούργιο δάσκαλο είχαμε "Γιώργος" ήταν τα' όνομά του
Η πρώτη μέρα ήτανε άσχημη η ματιά του.

Παράδειγμα επήραμε από την πρώτη μέρα
Τον Παύλο που εκτύπησε γιατί κυττούσε πέρα

Για μάθημα μας σήκωνε πολύ πιο τακτικά
Και πάντα από το φόβο μας δεν βγάζαμε μιλιά

Στα νεύρα του όταν ήτανε σε κάποιονε θα τρέξει
Και με τη βέργα τη χλωρή κάποιος θα τις μαζέψει.

Δεν λείπαν εν τω μεταξύ και λίγες απουσίες
Θα είχαμε αν δεν δούλευα στο σπίτι, δυσκολίες!

Οι περνούσαν γρήγορα κι όλο με αγωνία
Την τάξη να τελειώνουμε Νοιώθαμε την ανία...

Λίγες βδομάδες μείνανε για τα ενδεικτικά μας
Έπρεπε να διαβάζουμε για τα καλά γραπτά μας.





 

Σχεδίαση, κατασκευή, διαχείρηση: Στέφανος Σουλδάτος | Διαχείριση περιεχομένου: Αγγελική Βλασοπούλου | Επιμέλεια αγγλικής έκδοσης: Αντώνης Μπαλατσιάς  

Άλλες ιστοσελίδες του δημιουργού: OlaTaEpipla.gr (έπιπλα, έπιπλα σαλονιού) - OlaTouGamou.gr (γάμος, είδη γάμου) - OlaTouSpitiou.gr (σπίτι, ανακαίνιση σπιτιού) - Μελώδημα (μουσική γάμου, ορχήστρα γάμου, DJ γάμου, χορωδία γάμου)